μέθυσε ο άνεμος ακολουθώντας το ποτάμι και φτάνοντας στη θάλασσα χόρεψε με μανιασμένα βουητά και στροβιλίσματα κοιτώντας επίμονα προς το βουνό τις χιονισμένες κορφές που σιωπούν κι ύστερα χάθηκε σαν χάδι απαλό στο πρόσωπο που χαμηλώνει το βλέμμα κι αποσύρεται στο σκοτάδι δίχως λέξη
σαλεύει ανήθικη μια αλήθεια που περιεργάζεται κωφούς αντίλαλους πάνω σε τζάμια που γυρεύουν κόκαλα μέσα στο διάφανο υγρό της αντανάκλασης που υπόσχονται αντί της ευδιάκριτης θρυμματιστής αγωνίας σκορπισμένη στα πόδια σου και στης φωτιάς την ένθερμη υποδοχή μετά την επανάσταση των ψυχών που γεύτηκαν το χιόνι κάτω από τον πυρωμένο ήλιο ενός μεσημεριού που καλπάζουν άλογα μιας ελπίδας που υποφέρει από την επίκτητη ζήλεια του αναπόφεκτου που μας παρασέρνει σαν το θάνατο σε μια ανούσια διαμάχη με το τίποτα που πίσω από τα πάντα καραδοκεί